Σοσιαλδημοκρατία, σπουδαίο παρελθόν αλλά ποιο μέλλον;*

Η Σοσιαλδημοκρατία είναι ίσως το κυρίαρχο και πλέον δοκιμασμένο σύστημα ιδεών, διακηρύξεων, προγραμματικών θέσεων και κυβερνητικής μεθοδολογίας μεταξύ των ρευμάτων που εκφράζονται πολιτικά με τον όρο Κεντροαριστερά.

* του Δημήτρη Ρέππα

Η γενετική αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς όπως σχηματοποιήθηκε αναλόγως της θέσης των παρατάξεων στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, κληροδότησε στην Ιστορία μια διαρκώς ανανεούμενη οριοθέτηση των δύο πόλων με διάφορες κατά καιρούς εκφράσεις.
Η Σοσιαλδημοκρατία είναι τμήμα της διαχρονικής Αριστεράς. Από τα μέσα του 19ου αιώνα όταν η γερμανική Ένωση Εργατών εκδίδει την εφημερίδα «Σοσιαλδημοκράτης» μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση που προκάλεσε ρήξεις και διαιρέσεις και από τη Διακήρυξη της Σοσιαλιστικής Διεθνούς το 1951 στη Φρανκφούρτη  μέχρι την «χρυσή εποχή» της επιτυχημένης για πολλά χρόνια κυβερνητικής παρουσίας της, η Σοσιαλδημοκρατία έχει εγγράψει στην ιστορία της ανθρωπότητας την παρακαταθήκη της που αποτελεί και ένα θετικό κεκτημένο σε πολλούς τομείς ακόμη και σήμερα.

Στην Ελλάδα αναλήφθηκαν κατά καιρούς πρωτοβουλίες ίδρυσης σοσιαλιστικών κομμάτων και κινήσεων που δεν ευδοκίμησαν.
Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ το 1974 άλλαξε τα έως τότε δεδομένα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε την «κληρονομιά» της Ένωσης Κέντρου επιλέγοντας να κινηθεί αριστερότερα, ιδρύοντας ένα κίνημα οργανωμένης βάσης στη θέση ενός δικτύου παραγόντων και κομματαρχών. Το ΠΑΣΟΚ της πρώιμης περιόδου συγκροτήθηκε από δυνάμεις ενός ευρύτατου φάσματος με όποιο κριτήριο και αν χρησιμοποιηθεί, ιδεολογικό, ταξικό, ιστορικής καταγωγής, ηλικιακό.
Το ΠΑΣΟΚ της κυβερνητικής περιόδου απέκτησε σαφέστερα σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά με σημαντικές πρωτοβουλίες και τομές όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα αλλά και με τον πατριωτικό λόγο που υπαγόρευαν οι εθνικές ιδιαιτερότητες.
Το ΠΑΣΟΚ έγινε, όπως έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, «η δυνατότητα της Αριστεράς να κυβερνά» ή, όπως έλεγε ο Κώστας Σημίτης, «η Αριστερά της πράξης».

Παρά το ότι κάποιος μπορεί δικαιολογημένα να θεωρήσει τη Σοσιαλδημοκρατία ως το πιο επιτυχημένο κυβερνητικό υπόδειγμα του 20ού αιώνα, είναι φανερό πως τα τελευταία χρόνια βρίσκεται μπροστά σε στρατηγικά διλήμματα. Τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων της Κεντροαριστεράς, με όποια μορφή τους, βαίνουν μειούμενα με ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αρνητική συνέπεια στην επίδοση των Σοσιαλδημοκρατών φαίνεται πως έχουν σε πρώτη ανάγνωση τρεις παράγοντες:

Η υποβάθμιση της θεσμικής λειτουργίας του κόμματος και η απώλεια της αυτονομίας του με τη μετατροπή του σε εργαλείο κυβερνητισμού και σε απόσταση από τη βάση του.

Η προγραμματική όσμωση και η ιδεολογική άμβλυνση στις κυβερνητικές συμπράξεις της Σοσιαλδημοκρατίας με τις συντηρητικές δυνάμεις που τελικώς επωφελούνται.

Η απουσία μιας κεντρικής γραμμής, της κινούσας ιδέας για τις τακτικές επιλογές κάθε κόμματος με συνέπεια να σχηματίζεται εικόνα ρευστοποίησης και απεμπόλησης των αρχών του.

Στις παρούσες συνθήκες, η Σοσιαλδημοκρατία διεθνώς δεν έχει διατυπώσει  μια διαφορετική και συγχρόνως ρεαλιστική αλλά και πλειοψηφική πρόταση:

Για την παγκοσμιοποίηση και την υποχώρηση του εθνικού κράτους και του ρυθμιστικού και ελεγκτικού ρόλου του.

Για τις τεχνολογικές δυνατότητες που αναβαθμίζουν την επινοητικότητα της αγοράς.

Για το νέο πολυπολικό κόσμο που ανοίγει νέα σύνθετα πεδία ανταγωνισμού και αναδιατάσσει τις συμμαχίες.

Η οικογένεια της Κεντροαριστεράς έχει κατά καιρούς γνωρίσει ηγεσίες και έχει ασπασθεί πολιτικές μόδες αναλόγως των συγκυριών και των εθνικών χαρακτηριστικών των διαφόρων κομμάτων. Από το δεύτερο στον τρίτο δρόμο και από τη ριζοσπαστική Αριστερά στο μεταρρυθμιστικό Κέντρο, αναζητείται η ταυτότητα που θα της δώσει επίκαιρα χαρακτηριστικά, διακριτή θέση και σταθερή βάση.
Αυτή η ταυτότητα είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα εκλογικό πρόγραμμα ή μια συγκυριακή πολιτική τακτική. Είναι η επαναθεμελίωση της Σοσιαλδημοκρατίας στις αξίες που διατρέχουν τόσο τη θετική πλευρά των ιστορικών αντιθέσεων, με την υπεράσπιση ιδανικών, όσο και τη συνείδησή μας αφού ο άνθρωπος πριν από ον της παραγωγής είναι ον της σημασίας και του πολιτισμού, δηλαδή όχι ένας απλός συντελεστής της παραγωγής.
Με άλλα λόγια, ούτε η νοσταλγική επιστροφή στις ρίζες που επαγγέλλονται κάποιοι-όπως ο Κόρμπιν των Βρετανών Εργατικών- ούτε ο αποχρωματισμένος πραγματισμός που επικαλούνται κάποιοι άλλοι- όπως ο Μακρόν- δίνει απάντηση σε αυτή την πρόκληση. Το κλειδί ίσως βρίσκεται στον ανθρωποκεντρισμό της Αριστεράς δηλαδή η τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών ανάδειξη της αυταξίας και του ρόλου του πολίτη.
Θυμίζω χαρακτηριστικά πως πριν επικρατήσει η γεωγραφική αντίληψη για την πολιτική κοινότητα, οι πόλεις ήταν οι άνθρωποι και όχι ο τόπος, ήταν οι πολίτες και όχι το φυσικό και κτιστό περιβάλλον.
Η έννοια του πολίτη με ίσα δικαιώματα για να αποκτά δυνατότητες και ίσες δυνατότητες για να ασκεί ισότιμα τα δικαιώματά του είναι η επανάσταση που χρειάζεται να προκρίνει η Σοσιαλδημοκρατία.

Η αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς δεν είναι η σύγκρουση του φωτός με το σκότος, παραμένει, όμως, μια διαρκής διάκριση με ιδεολογικό και αξιακό περιεχόμενο που αντανακλάται στις επιλογές της ηγεσίας και τη ζωή των πολιτών.

Η καλούμενη «χρυσή εποχή» της Σοσιαλδημοκρατίας αναζητά το σύγχρονο ισοδύναμό της. Αυτή η προσπάθεια σε καιρούς ραγδαίων ανακατατάξεων γίνεται πιο δύσκολη. Τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά. Η Ρωσία δεν έχει σχέση με τη Σοβιετική ΄Ενωση, ούτε η Κίνα  της αγοράς με την πολιτιστική επανάσταση.
Το χρηματιστηριακό κεφάλαιο είναι «εξυπνότερο» και «παραγωγικότερο» ενώ οι πολυεθνικές είναι παντού στην καθημερινότητά μας. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών αμφισβητούν εθνικές και πολιτισμικές ομοιογένειες.
Οι ανισότητες, ακόμη κι όταν έχουν εθνικό-εσωτερικό χαρακτήρα, δεν είναι εύκολο να αντιμετωπισθούν γιατί είναι πιο δύσκολο να εξαλειφθούν οι αιτίες που τις προκαλούν και είναι υπερεθνικές.
Το συμπέρασμα είναι πως η Σοσιαλδημοκρατία για να επανακατακτήσει τον ιστορικό ρόλο της πρέπει επειγόντως να προωθήσει τρεις πρωτοβουλίες για:

Σταθερή συνεργασία των σοσιαλιστικών κομμάτων ιδίως της Ευρώπης και των χωρών που αναδύονται ως νέοι ισχυροί παγκόσμιοι παίκτες.

Ρυθμίσεις για την ανάκτηση του πρωτείου της πολιτικής από τις αγορές και την επικοινωνία.

Ανθρωπιστικό περιεχόμενο στην παγκοσμιοποίηση.

Το Κίνημα Αλλαγής επιχειρεί την επιστροφή της Σοσιαλδημοκρατίας ως πρωταγωνιστικής Αριστεράς.
Η Κεντροαριστερά δεν αποτελεί έναν ενδιάμεσο ετεροπροσδιοριζόμενο χώρο με συγκυριακή ταυτότητα, δεν είναι μια εξ αντανακλάσεως προς τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ επιλογή. Είναι σαφής η θέση της σε σχέση με τις αντιθέσεις και συγκρούσεις που χαρακτηρίζουν τον κόσμο.

Ανήκει στην Αριστερά απέναντι στη Δεξιά.

Πιστεύει σε μια ανοικτή κοινωνία απέναντι στην εσωστρέφεια και τον προστατευτισμό.

Υπερασπίζεται την πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό απέναντι στην ιδεοληψία της βίας των νεοεπαναστατών.

Προωθεί δημοκρατικές ρήξεις και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη θέση του πολίτη απέναντι στο κράτος της πελατειακής διαχείρισης ολιγαρχιών και συντεχνιών.

Αγωνίζεται για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής απέναντι στη φτωχοποίηση, την περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό.

Πρωτοστατεί για μια συμμαχία των προοδευτικών στην κατεύθυνση μετασχηματισμού της Ευρώπης για την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των μελών της απέναντι στη γραφειοκρατικοποίηση, τον αποδημοκρατισμό και την αναπαραγωγή των ανισοτήτων.

Η αναγέννηση της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα ασφαλώς δεν γίνεται σε κενό ιστορικής συνείδησης αλλά απαιτεί νέες επεξεργασίες με βάση το παραπάνω πλαίσιο. Θεμελιώνεται κυρίως στην αλήθεια και το ήθος της αυτογνωσίας απορρίπτοντας την πελατειακή δημαγωγία και το λαϊκισμό. Ο προοδευτικός πόλος της χώρας συγκροτείται όχι σε ταξική αλλά σε αξιακή βάση και το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να πείσει ότι είναι πρωτίστως φορέας αυτών των αξιών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε από ένα μεγάλο τμήμα πολιτών που αυτοτοποθετούνται ως αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα χαρακτηρίζεται από ιδεολογικό και πολιτικό μετεωρισμό αφού θέλει να εμφανίζεται ταυτοχρόνως και ως αυτό που ήταν και ως αυτό που είναι.
Συμπράττει με τους ΑΝΕΛ, αλλά συμμετέχει στο φόρουμ των ευρωπαίων σοσιαλιστών.
«Έσκισε» το μνημόνιο, αλλά εφαρμόζοντας ένα πολύ  αυστηρότερο.
Επικαλείται τη συνεννόηση του κοινοβουλευτισμού, αλλά ανέχεται  τη βία και ανομία των «νέο-αγανακτισμένων» που υπέθαλψε.
Σε τελευταία ανάλυση, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται ότι ανήκει στην Κεντροαριστερά, απλώς σχεδιάζει κυβερνητικά σχήματα με νέες συγγενέστερες συμπράξεις.

Η Σοσιαλδημοκρατία και γενικότερα η Κεντροαριστερά διασφαλίζει την προοπτική της αν επιστρέψει στη βάση της.
Οι διευθετήσεις κορυφής μακριά από τον κόσμο που βιώνει τη μεγάλη κρίση οδηγούν σε απαξίωση και συρρίκνωση.
Το επικείμενο συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής  μπορεί να είναι η αρχή για μια πορεία στο μέλλον που η Σοσιαλδημοκρατία δεν θα επιβεβαιώσει απλώς αλλά θα υπερακοντίσει το σπουδαίο παρελθόν της.