“Ανδρέας Παπανδρέου: Οι άνθρωποι γράφουν την ιστορία τους”. Άρθρο του Δημήτρη Ρέππα με αφορμή την επέτειο μνήμης του Α.Παπανδρέου (23/6/1996-23/6/2018)

* του Δημήτρη Ρέππα

Κάθε αναφορά στον Ανδρέα Παπανδρέου είναι κίβδηλη και μετέωρη αν δεν έχει αφετηρία και προορισμό τη ζωή των ανθρώπων, ιδίως όταν αγωνίζονται και έτσι γράφουν την ιστορία τους.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν υπήρξε ένας τυπικός πολιτικός ηγέτης. ΄Ισως και λόγω συγκυρίας ήταν από μόνος του μια ολόκληρη πατρίδα, μια ολόκληρη κοινωνία για γενιές Ελλήνων που βίωσαν διχασμούς, διακρίσεις, ταπεινώσεις και ανεκπλήρωτες επαγγελίες και ταυτίστηκαν με τον απελευθερωτικό λόγο του.

Το πολιτικό μήνυμά του υπήρξε ισχυρό και διεισδυτικό γιατί ακριβώς στόχευσε και μετέπλασε σε εθνική αυτοπεποίθηση με πρακτικό αντίκρισμα αυτό που ως τότε ήταν ζητούμενο για την πλειοψηφία των Ελλήνων.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επιβλήθηκε από τους ειδήμονες και τους εκλεκτούς ενός συστήματος αλλά αναδείχθηκε από τη ζύμωση των ερωτημάτων των πολιτών με τις ελπίδες τους στην καθημερινότητά τους. Ο διανοούμενος με την αναλυτική σκέψη και την πολιτική οξυδέρκεια στάθηκε μπροστά στις Ελληνίδες και τους ΄Ελληνες χωρίς υποστυλώματα, ενώπιος ενωπίοις με αίσθηση ιστορικής αποστολής. Πίστεψε στην Ελλάδα και τους ΄Ελληνες και τίμησε την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου με την παρουσία του οριοθέτησε περιόδους: ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές. Η διαφορά ανάμεσα στο πριν και το μετά απ΄αυτόν σε πολλούς τομείς δεν είναι απλώς εμφανής αλλά συνιστά και ένα νέο επίπεδο αναφοράς της χώρας.
Με τις κυβερνήσεις του διαμόρφωσε ένα θετικό κεκτημένο και αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστή εκλεκτό του λαού και της Ιστορίας. «Η Ελλάδα στους ΄Ελληνες», «Εθνική λαική ενότητα», «Λαική συμμετοχή», «Η πολιτική συμμαχία των μη προνομιούχων», «Το ΠΑΣΟΚ είναι η προωθημένη δυνατότητα της Αριστεράς να κυβερνά», «Η σύγκλιση του ευρωπαικού Νότου με το Βορρά», «Πρώτα η Ελλάδα, πρώτα ο πολίτης», «Αν δεν αφανίσουμε το χρέος, το χρέος θα αφανίσει τη χώρα» είναι κάποιες φράσεις του- μηνύματα με διαχρονική αξία.

Από την εγκατάστασή του στην Ελλάδα και με την ένταξή του στην πολιτική τη δεκαετία του ΄60 διαμορφώνει ένα νέο πολιτικό ρεύμα, πρόπλασμα Κεντροαριστεράς. Ο συγκερασμός ιδεών της Αριστεράς και του φιλελεύθερου Κέντρου με όχημα τούς ισχυρούς δεσμούς της ΄Ενωσης Κέντρου με τη λαική βάση τον ανέδειξε σε πολιτικό παράγοντα με διακριτή ταυτότητα έναντι των άλλων.
Η ίδρυση του ΠΑΚ και η ανά τον κόσμο ενεργή στάση του κατά της χούντας τον καθιέρωσε ως ηγέτη με όραμα για τη χώρα και διεθνή αναγνώριση. Η επιλογή υπέρβασης που έκανε στη μεταπολίτευση με την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ τον οδήγησε σύντομα στην κορυφή της εξουσίας. Δεν ίδρυσε απλώς ένα νέο πολιτικό κίνημα, αλλά έθεσε τις βάσεις για μια νέα Ελλάδα. Αποενοχοποίησε έννοιες και λέξεις που και μόνο η επίκλησή τους ισοδυναμούσε μέχρι τότε με αδίκημα και εδιώκετο.
Κάλεσε τους πολίτες να απεξαρτηθούν από κομματάρχες και παραμερίζοντας κάθε λογής κατεστημένα να οργανωθούν αυτοβούλως αναλαμβάνοντας ισχυρό παρεμβατικό ρόλο στις εξελίξεις. Διακήρυξε τη θέσπιση δημοκρατικών θεσμών με αναγνώριση πέραν της Βουλής της αξίας της συμμετοχής και εκπροσώπησης του πολίτη στον τόπο κατοικίας του μέσω της Αυτοδιοίκησης και στο χώρο εργασίας του μέσω του συνδικαλισμού.
Έφερε στο προσκήνιο τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού στην ελληνική δημοκρατία και κοινωνία σφραγίζοντας την εθνική συμφιλίωση και υπογράμμισε αμετακίνητα το αίτημα των Ελλήνων για κυριαρχία και σεβασμό των εθνικών δικαιωμάτων.

Το 1981 ηγήθηκε της πρώτης κυβέρνησης της Αριστεράς με όποιο κριτήριο και αν αξιολογηθεί. Το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, το «κατόπιν ενεργειών μου», η γυναίκα-πολίτης Β΄κατηγορίας, ο εργασιακός Μεσαίωνας, η υποτυπώδης περίθαλψη και η ανύπαρκτη κοινωνική ασφάλιση στην περιφέρεια, το συγκεντρωτικό και πελατειακό κράτος ήταν στοιχεία που, εκτός των άλλων, χαρακτήριζαν την ελληνική κοινωνία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλαξε δραστικά το τοπίο.
Στο πλαίσιο της διακηρυγμένης πολιτικής για την Αλλαγή, μεταξύ των πολλών που έγιναν ιδρύθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, θεσμοθετήθηκε το ΑΣΕΠ, αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, εκσυγχρονίστηκε το Οικογενειακό Δίκαιο, καθιερώθηκε η αιρετή Νομαρχία, κτίστηκε και λειτούργησε ένα σημαντικό δίκτυο υποδομών ιδίως στην ξεχασμένη και νησιωτική Ελλάδα.
Η φωνή της Ελλάδας ακούστηκε εντονότερα στον κόσμο ενώ στο εσωτερικό συγκροτήθηκε μια ισχυρή μεσαία τάξη που λειτούργησε ως άξονας κοινωνικής εξισορρόπησης αλλά και ως παράγοντας πολιτικής σταθερότητας. Χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής συμπεριφοράς του ήταν η πρωτοβουλία του για παύση από τη Βουλή της δίωξης των αντιπάλων του για αδικήματα που τους βάρυναν αν και ο ίδιος λίγα χρόνια πριν είχε οδηγηθεί από αυτούς στο εδώλιο του κατηγορουμένου μέσω σκευωρίας.

Η αδιαμεσολάβητη σχέση του Ανδρέα Παπανδρέου με τους πολίτες τον κατέστησε κυρίαρχο και ικανό να προωθεί τομές και αλλαγές υπερβαίνοντας οπισθοδρομικές αντιδράσεις. Ο θεσμικός και κοινωνικός μετασχηματισμός της Ελλάδας προχώρησε σε σημαντικό βαθμό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειψαν οι αστοχίες και τα λάθη.
Γεγονός είναι πως ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε ίνδαλμα για τους φίλους του αλλά ταυτοχρόνως αναγνωρίστηκε ως αντίπαλος με κύρος και κέρδισε το σεβασμό και από όσους δεν συμπορεύθηκαν μαζί του.

Δεν είναι τυχαίο το ότι πολλοί που τον πολέμησαν όσο ήταν εν ζωή προσεταιρίζονται τη μνήμη του για λόγους προφανείς.
Έτσι επιχειρήθηκε με κακέκτυπο τρόπο η αναβίωση του δημόσιου λόγου και της σκηνικής παρουσίας του Ανδρέα Παπανδρέου χωρίς, όμως, αυτό να ευοδωθεί αφού δεν ήταν παρά η απόπειρα επικάλυψης του κενού ιδεών και προτάσεων. Γι ΄ αυτό το «σύνδρομο του Ανδρέα» που οδήγησε κάποιους στο να τον μιμηθούν αποδείχθηκε αυτοκαταστροφικό.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου περνά στην Ιστορία γιατί έζησε και μέσα από τη ζωή του καθενός μας. Δεν προσποιήθηκε καθωσπρεπισμούς, ούτε υποδύθηκε ρόλους. Δεν θυσίασε την πραγματικότητα της ζωής για μια άψογη αλλά άψυχη εικόνα της. Δεν ασχολήθηκε με το αναπότρεπτο «μετά» γιατί έχοντας εμπιστοσύνη στην Ιστορία δεν επεδίωξε να την εγκλωβίσει στον ταπεινό στόχο της υστεροφημίας του. Δεν μεθόδευσε εξυμνητικές αποτιμήσεις, δεν οργάνωσε την «αγιογράφησή» του πάνω από τα γήινα, δεν διέρρευσε εξομολογήσεις, δεν κατασκεύασε εξωραιστικές μαρτυρίες για να οχυρώσει τη φήμη του. Δεν έκρυψε τη ζωή του προβάλλοντας ένα ψευδομοίωμά της. Τελικώς, δεν επεχείρησε αμέσως ή εμμέσως να προκαταλάβει την Ιστορία όπως θα έκανε κάποιος που έχει λόγους να μην συμφιλιώνεται με τις προδιαγραφές της, κάποιος που θέλει και μπορεί να ελέγξει τη συγκυριακή διάσταση των πραγμάτων παραβλέποντας, όμως, την ιστορική διάστασή τους που αυτή τελικώς επικρατεί και μένει. Ο Ανδρέας Παπανδρέου γοήτευσε την Ιστορία επειδή ο ίδιος γοητεύτηκε από την καθημερινότητα των πολιτών, τις ανάγκες τους και τους αγώνες τους, της ψυχής τους το μεγαλείο και της ζωής τους τα θαύματα θεωρώντας πως με αυτά γράφεται η Ιστορία και όχι με την επιστράτευση εντεταλμένων ιστοριογράφων.

Ο αγώνας της μνήμης απέναντι στη λήθη είναι και αγώνας της Ιστορίας απέναντι στην παραχάραξή της. Η ιστορική μνήμη δεν είναι εργαστηριακό προιόν, καθρεφτίζει την υπάρχουσα πραγματικότητα. ‘
Ο,τι σκέφτηκαν και ό,τι έπραξαν, ό,τι αισθάνθηκαν και ό,τι πανηγύρισαν οι άνθρωποι είναι το τεκμήριο της ανόθευτης συλλογικής μνήμης που αποτελεί όχι μόνο δικαίωση για τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και παρακαταθήκη ενόψει των δικών μας υποχρεώσεων για την εθνική συνέχεια.