Η Προοδευτική Παράταξη και η έξοδος από την κρίση*

* γράφει ο Φίλιππος Πετσάλνικος
πρώην Πρόεδρος της Βουλής

Η κρίση στην Ελλάδα κοντεύει να κλείσει ήδη μια δεκαετία με οδυνηρά αποτελέσματα για την μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων σ’ αυτή τη χώρα.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της περιόδου 2004- 2009 και ιδιαίτερα της διετίας 2008-2009 οδήγησε αναγκαστικά στον δανεισμό από την Τρόικα και στην επιβολή των Μνημονίων. Η κρίση έφερε στην επιφάνεια τις παθογένειες που υπήρχαν και οδήγησε στην συνειδητοποίηση για το που μπορεί να οδηγήσει μια αλόγιστη αύξηση ελλειμμάτων και δημοσίου χρέους.

Τα προγράμματα που επιβλήθηκαν με τα μνημόνια βοήθησαν μεν στο να αποφευχθεί μια άτακτη χρεοκοπία αλλά έχουν οδηγήσει σε μια Ελλάδα σημαντικά διαφορετική από εκείνη προ κρίσης.

Οι απέλπιδες προσπάθειες διαφόρων να κρύψουν ή να μειώσουν την τεράστια ευθύνη της Κυβέρνησης του Κ. Καραμανλή για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και τα όσα ακολούθησαν ως αποτέλεσμα τους, είναι κωμικές καθώς τα στοιχεία όχι μόνο της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και άλλων Οργανισμών όπως η EUROSTAT και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτύπωσαν αδρά τα αποτελέσματα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν εκείνη την περίοδο.

Το ερώτημα που απασχολεί τώρα όμως πολύ περισσότερο και από τις ευθύνες του παρελθόντος, είναι το πώς μπορεί να βγει η χώρα από την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με την εφαρμογή των Μνημονίων που υλοποιήθηκαν στην χώρα μας, με ιδιαίτερο ζήλο ιδίως από την σημερινή Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Η χώρα έχει απωλέσει το 27% του ΑΕΠ με ανεργία που φτάνει σε ποσοστά ρεκόρ, με μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων, κυρίως νέων με υψηλή εκπαίδευση, με το κοινωνικό κράτος να μετατρέπεται σε «καρικατούρα» και τους μισθούς να διαμορφώνονται συνεχώς προς τα κάτω και να είναι από τους χαμηλότερους πλέον στην Ευρώπη, ενώ οι εργασιακές σχέσεις θυμίζουν συνθήκες μεταπολεμικής περιόδου, οι συνταξιούχοι αγωνίζονται να καλύψουν έστω το ελάχιστο των μηνιαίων λογαριασμών τους, και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και επαγγελματίες (όσοι δεν έκλεισαν ακόμη τις επιχειρήσεις τους) να υφίστανται πρωτοφανή φορολογική επιδρομή.

Ταυτόχρονα το Δημόσιο (και μαζί του το δημόσιο συμφέρον) αποσύρεται από τομείς που έχουν ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη συνολική ανάπτυξη όσο και για το κοινωνικό σύνολο, όπως π.χ. οι Μαζικές Μεταφορές, το Νερό, η Ενέργεια. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ αποδεικνύεται καθημερινά ως η πιο «υπάκουη» στους Δανειστές, πιο πολύ ακόμη και από την Κυβέρνηση Α. Σαμαρά. Αποδέχθηκε και επιμένει ακόμη και σε μέτρα, που ενώ η επί χρόνια εφαρμογή τους απέδειξε ότι είναι όχι μόνο άδικα αλλά και αναποτελεσματικά, όπως π.χ. η κατάργηση του μειωμένου φορολογικού συντελεστή στο πετρέλαιο θέρμανσης, ή απρόσφορα όπως π.χ. η διαμόρφωση σε πολύ χαμηλά επίπεδα μισθών και ημερομισθίων που κάθε άλλο παρά βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας. Προχωρά σε ρυθμίσεις που περιέχουν μια πρωτοφανή σκληρότητα, όπως οι περικοπές στις ήδη μειωμένες συντάξεις, η κατάργηση του ΕΚΑΣ, καθώς και τα μέτρα περιορισμού του δικαιώματος της απεργίας και πλειστηριασμοί ακόμη και για οφειλές 500€ .
Περισσότερο νεοφιλελεύθερη, συντηρητική, δεξιά πολιτική είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος.

Η Ιστορία όμως έχει δείξει ότι τέτοιου είδους πολιτικές δεν οδήγησαν σε πραγματική ανάπτυξη σε καμιά χώρα.

Ενισχύουν όμως ακόμη περισσότερο τις θέσεις των οικονομικά ισχυρών, δημιουργούν νέους «ολιγάρχες» και διαπλοκή και αλλοιώνουν ακόμη και το περιεχόμενο της Δημοκρατίας, αφού ο λαός μετατρέπεται σε μάζα χωρίς επιρροή στη λήψη αποφάσεων και οι πολίτες σε μονάδες που κλείνονται στον μικρόκοσμό τους ανασφαλείς και αγωνιούντες για την επιβίωση τους.

Η χώρα έχει ανάγκη από μια διαφορετική πολιτική που θα την οδηγήσει σε έξοδο από την κρίση σε ανάπτυξη με οφέλη για όλους και θα χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη. Εδώ έγκειται θεωρώ και η ευθύνη της Προοδευτικής Παράταξης : όχι μόνο να προτείνει ένα σχέδιο προοδευτικών αλλαγών (δε λέω «μεταρρυθμίσεων» γιατί ο όρος έχει ταυτιστεί τα τελευταία χρόνια με περικοπές και επιπρόσθετα βάρη) αλλά να πείσει με την αγωνιστικότητα της ώστε αυτό να γίνει κτήμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Η χώρα χρειάζεται:

• Πρόγραμμα επανεκίνησης της Οικονομίας με στήριξη επενδύσεων κυρίως από μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η άποψη περί πληθώρας μεγάλων επενδύσεων (προφανώς από το εξωτερικό) αποτελεί ευχολόγιο παρά πραγματικότητα έως τώρα. Οι μεγάλες επενδύσεις μεν δεν έρχονται αλλά… μας έμειναν οι μισθοί Βαλκανίων (πρόσφατα στοιχεία του συστήματος «Εργάνη» του Υπουργείου Εργασίας δείχνουν ότι 1,3 εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν μισθό μέχρι 400€ τον μήνα!). Παράλληλα απαιτείται διεύρυνση του προγράμματος νέων αγροτών καθώς και ειδικό πρόγραμμα για στήριξη καινοτόμων πρωτοβουλιών κυρίως από νέους.
• Αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος με δικαιότερη κατανομή των βαρών, μείωση των υπερβολικών συντελεστών, ουσιαστική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και ιδιαίτερα της μεγάλης σε τομείς όπως τα καύσιμα, τσιγάρα κτλ.
Επιβολή φόρου μεγάλης περιουσίας με παράλληλη μείωση του ΕΝΦΙΑ.
Δέσμευση ότι το νέο φορολογικό σύστημα θα λειτουργεί σταθερά, χωρίς συνεχείς τροποποιήσεις.
• Δημιουργία πλαισίου που θα ευνοεί την ανάπτυξη τομέων στους οποίους η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως είναι ο πρωτογενής τομέας –μεσογειακά προϊόντα με έμφαση στην τυποποίηση και μεταποίηση- ,ο τουρισμός, οι μεταφορές, logistics, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ορυκτός πλούτος.
• Δέσμευση ότι θα σταματήσει το ξεπούλημα στρατηγικών τομέων και υποδομών που γίνεται ως τώρα και θα υπάρξει αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
• Αλλαγές στην δημόσια διοίκηση με ριζική απλοποίηση γραφειοκρατικών διαδικασιών, γενίκευση του θεσμού των Κέντρων Εξυπηρέτησης του Πολίτη, καθιέρωση ως γενικού κανόνα του τεκμηρίου ειλικρίνειας και νομιμότητας, των πράξεων του πολίτη στις σχέσεις του με την δημόσια διοίκηση, πλήρη αξιοκρατία και διαφάνεια στην στελέχωση της δημοσιοϋπαλληλικής πυραμίδας, συνεχή αξιολόγηση και επιμόρφωση των δημοσίων υπαλλήλων.
• Αλλαγές στην Παιδεία με μοναδικό γνώμονα την ποιότητα παντού. Ουσιαστική αυτονομία και αυτοδιοίκηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (ΑΕΙ και ΤΕΙ), γενναία χρηματοδότηση της έρευνας ιδιαίτερα στον τομέα των νέων τεχνολογιών, μεταβίβαση της αρμοδιότητας λειτουργίας των σχολικών μονάδων στις περιφέρειες με ενεργό ρόλο και της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης.
Συνεχής αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος, κάθε εκπαιδευτικής μονάδας, των εκπαιδευτικών καθώς και του παραγόμενου εκπαιδευτικού αποτελέσματος, διαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Οι σπασμωδικές κινήσεις της σημερινής Κυβέρνησης που ασχολείται μια με αλλαγές του τρόπου εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση (πάλι!!) και μια με το ποιος θα είναι σημαιοφόρος ή με την κατάργηση σχολικών εκδρομών στο εξωτερικό και τώρα τελευταία εισάγει ένα καινοφανές «αξίωμα» εκπαιδευτικού σχεδιασμού, όπου ΤΕΙ + ΤΕΙ = Πανεπιστήμιο (βλ. «Νέο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής»), ταλαιπωρούν την εκπαίδευση και δείχνουν άγνοια των πραγματικών αναγκών της καθώς και έναν πρωτόγνωρο «επαρχιωτισμό» αντίληψης.
• Αναγόρευση σε κορυφαία επιλογή της πολιτικής την στήριξη και ανοικοδόμηση του ΕΣΥ με εξασφάλιση πρόσθετων πόρων, πχ από τη διάθεση του συνόλου των φορολογικών εσόδων από τσιγάρα και ποτά.
• Δημιουργία ενός πλέγματος προστασίας των εργαζομένων από αυθαιρεσίες των εργοδοτών, επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και βελτίωση των απαράδεκτα χαμηλών κατώτερων μισθών και ημερομισθίων που όπως απεδείχθει κάθε άλλο παρά ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.
• Χτίσιμο από την αρχή του κοινωνικού κράτους με έμφαση ιδιαίτερα στην υποστήριξη ανέργων, ατόμων τρίτης ηλικίας, των ΑμΕΑ καθώς και άλλων ευπαθών κοινωνικών ομάδων.
• Αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος και επαναδιατύπωση των σχέσεων μεταξύ πολιτικής και οικονομίας με αλλαγή του εκλογικού νόμου και την καθιέρωση παντού μονοεδρικών περιφερειών, ενίσχυση του ελεγκτικού ρόλου του Κοινοβουλίου και ιδίως της Αντιπολίτευσης, πλήρη έλεγχο των πηγών και της ροής του χρήματος στα ΜΜΕ καθώς και της βιωσιμότητάς τους, στήριξη και ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των ανεξάρτητων αρχών (ΕΣΡ,ΑΣΕΠ, Συνήγορος του πολίτη κτλ.).
Θεσμοθέτηση Εθνικού Συμβουλίου Διαφάνειας και Περιφερειακών Επιτροπών Διαφάνειας.

Για ορισμένες από τις αλλαγές αυτές απαιτούνται κονδύλια, για άλλες όχι. Τα αναγκαία ποσά μπορούν να καλυφθούν σε σημαντικό βαθμό από την σοβαρή αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ιδιαίτερα της μεγάλης, και από ευρωπαϊκά προγράμματα, αλλά και από την ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας.

Καθοριστικό ωστόσο είναι να επιδιωχθεί και με σοβαρότητα και επιμονή να επιτευχθεί μια νέα συμφωνία με τους Δανειστές για μείωση της υποχρέωσης πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2023, και 2% μέχρι το 2060 που συμφωνήθηκε από την παρούσα Κυβέρνηση, ώστε να είναι δυνατή η διάθεση περισσοτέρων πόρων για δημόσιες επενδύσεις, ανάπτυξη, κοινωνικό κράτος.

Δεν ισχυρίζομαι ότι ένας τέτοιος δρόμος είναι εύκολος. Πιστεύω όμως ότι είναι αναγκαίος για να μην «σέρνεται» η χώρα για πολλά χρόνια ακόμη. Όσοι θριαμβολογούν ότι από τον ερχόμενο Αύγουστο όλα θα είναι εντελώς διαφορετικά και θα αρχίσει η ανάταση της χώρας αποσιωπούν αυτό που εκτός Ελλάδος αποτελεί κοινό μυστικό: ότι η τρόικα των Δανειστών επιδιώκει ασφυκτικό έλεγχο (και πιθανώς νέα μέτρα) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη.
Εδώ ακριβώς δοκιμάζονται όχι μόνο οι προθέσεις αλλά κυρίως η αποφασιστικότητα και η ικανότητα των πολιτικών ηγεσιών της χώρας μας να πείσουν τους Δανειστές τόσο για τις αλλαγές οι οποίες πρέπει να γίνουν εδώ όσο και για την αναγκαιότητα να περιορίσουν εκείνοι σημαντικά τις εξωπραγματικές απαιτήσεις και τους σκληρούς όρους που επιβάλλουν στην Ελλάδα.

Άλλωστε κάποιες από τις χώρες που πρωτοστάτησαν στην επιβολή των σκληρών όρων στην χώρα μας, κέρδισαν τεράστια ποσά στην διάρκεια της κρίσης και εξαιτίας αυτής, την ώρα που η Ελλάδα έχανε δεκάδες δισεκατομμύρια κι ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής της βάσης ενώ η πλειοψηφία του ελληνικού λαού οδηγούνταν βίαια στην φτωχοποίηση. Το γερμανικό Δημόσιο πχ κέρδισε τεράστια ποσά, αφού κάθε φορά που η συζήτηση για την κρίση στην Ελλάδα και το ενδεχόμενο χρεοκοπίας ή εξόδου από την Ευρωζώνη απασχολούσε την διεθνή κοινότητα τα επιτόκια με τα οποία δανείζετο η Γερμανία κατρακυλούσαν. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (βλ. Handelsblatt 10/01/2018) το γερμανικό Δημόσιο, δηλαδή Ομοσπονδιακό Κράτος, Κρατίδια, Δήμοι, Ασφαλιστικά Ταμεία, εξοικονόμησε 290 δις ευρώ (!!) την τελευταία δεκαετία λόγω της μεγάλης μείωσης των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται.

Ενώ πριν από μια δεκαετία η Γερμανία δανειζόταν με επιτόκιο μέσης απόδοσης 4,23% έφτασε να δανείζεται μόλις με 1,86%.

Η τεράστια αυτή εξοικονόμηση ωφελεί φυσικά και τους Γερμανούς φορολογούμενους αφού τα κονδύλια που παλαιότερα πήγαιναν για εξυπηρέτηση του Δημοσίου Χρέους, μπορούν να επενδύονται σε υποδομές, στην εκπαίδευση κτλ. ή να διευκολύνουν την μείωση των φορολογικών βαρών. Σημαντική εξοικονόμηση για τον ίδιο λόγο είχαν επίσης και άλλες χώρες όπως η Γαλλία και η Ολλανδία.

Αν η Προοδευτική Παράταξη επιθυμεί όχι απλά να επιβιώσει εκλογικά αλλά να προσφέρει και πάλι στην χώρα και στην κοινωνία, έχει καθήκον να αγωνιστεί για την δική της θέση, το δικό της Προοδευτικό Σχέδιο, χωρίς δεύτερη σκέψη για συμμετοχή σε συγκυβερνήσεις που και την ίδια θα ευνούχιζαν ιδεολογικοπολιτικά αλλά και στην χώρα, όπως έδειξαν τα τελευταία πέντε χρόνια δεν θα είχαν να προσφέρουν κάτι σημαντικό. Ας παραδειγματιστούμε από τα Σοσιαλιστικά κόμματα της Πορτογαλίας αλλά και της Ισπανίας που δεν συμμετείχαν σε συγκυβερνήσεις αλλά υπερασπίσθηκαν τις δικές τους θέσεις και ως αντιπολίτευση παρείχαν μόνο ψήφο ανοχής, όταν αυτό ήταν απόλυτα αναγκαίο για τις χώρες τους.

(πηγή: thetoc.gr)